Με ανακούφιση περίμενε να περάσουν οι γιορτές, χρονιάρα μέρα. Ν’ ανοίξουν, επιτέλους, τα σχολειά, να πάει ο κάθε κατεργάρης πια στον πάγκο του. Έτσι θυμάται πάντα τις διακοπές σαν μια αδιάκοπη γραμμή μελαγχολίας. Μια ατέλειωτη μέρα λυπημένη στον άπειρο τον χρόνο του Θεού. Διότι η φιλόλογος Πετρούλα Πιέτρη έχει πλαστεί μόνο για το καθήκον. Να νουθετεί και να διδάσκει παιδιά θέλουν δεν θέλουν. Στα λιγοστά της διαλείμματα να ποτίζει και να λιπαίνει λουλούδια που πάντοτε διψούν και θέλουν.
Όμως, τον φετινό χειμώνα, δεν της πέτυχε ο κήπος. Παρ’ όλες τις βροχές, παρ’ όλη την φροντίδα. Όπως και μια ολόκληρη ζωή δεν της πέτυχε η ζωή. Αλήθεια, γιατί χτυπούν, σαν να ‘ναι μεγάλη Παρασκευή, σήμερα, οι καμπάνες; αναρωτιέται αλλ’ ούτε που το διανοείται να διακόψει καθόλου τη δουλειά της. Ταξινομεί τα χαρτιά αναλόγως με την χρονολογία. Πώς μπορεί ν’ αλλάζει ακόμα και σ’ αυτά χρώματα ο καιρός. Κιτρινίζουν τα λευκά, τα απαλά ροζ ξασπρίζουν, τα γαλάζια γίνονται αχνό σιέλ. Ακόμα και τ’ απλικαρισμένα λουλούδια μαραίνονται. Άκου να δεις! Τ’ απλικαρισμένα λουλούδια κι αυτά μαραμένα. Δεν υπάρχουν λουλούδια, όπως κι οι άνθρωποι, εξάλλου, που να μην είναι θνησιγενή. Σκέφτεται. Και της παίρνει τ’ αυτιά η καμπάνα. Ήχος θανάτου, ανατριχιάζει χωρίς να ξέρει αν είναι απ’ την καμπάνα ή απ’ αυτά τα ροζ- γαλάζια απλικαρισμένα, μαραμένα λουλούδια.
Σελ. 35-36
Όμως, τον φετινό χειμώνα, δεν της πέτυχε ο κήπος. Παρ’ όλες τις βροχές, παρ’ όλη την φροντίδα. Όπως και μια ολόκληρη ζωή δεν της πέτυχε η ζωή. Αλήθεια, γιατί χτυπούν, σαν να ‘ναι μεγάλη Παρασκευή, σήμερα, οι καμπάνες; αναρωτιέται αλλ’ ούτε που το διανοείται να διακόψει καθόλου τη δουλειά της. Ταξινομεί τα χαρτιά αναλόγως με την χρονολογία. Πώς μπορεί ν’ αλλάζει ακόμα και σ’ αυτά χρώματα ο καιρός. Κιτρινίζουν τα λευκά, τα απαλά ροζ ξασπρίζουν, τα γαλάζια γίνονται αχνό σιέλ. Ακόμα και τ’ απλικαρισμένα λουλούδια μαραίνονται. Άκου να δεις! Τ’ απλικαρισμένα λουλούδια κι αυτά μαραμένα. Δεν υπάρχουν λουλούδια, όπως κι οι άνθρωποι, εξάλλου, που να μην είναι θνησιγενή. Σκέφτεται. Και της παίρνει τ’ αυτιά η καμπάνα. Ήχος θανάτου, ανατριχιάζει χωρίς να ξέρει αν είναι απ’ την καμπάνα ή απ’ αυτά τα ροζ- γαλάζια απλικαρισμένα, μαραμένα λουλούδια.
Σελ. 35-36
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου