«Θυμάμαι που πολλές φορές περνούσες τη μέρα σου αντιγράφοντας κείμενα που σου χρησίμευαν ως άμφια. Το προτιμούσες αυτό γιατί στη αντιγραφή η προσωπική συμβολή πρακτικώς περιορίζεται στον μόχθο, η συναισθηματική πράξη ανήκει σε άλλον. Έτσι κρατιόσουν σε απόσταση από τα γραπτά σου.... Τέτοιες φράσεις είναι σαν αποδημητικά πουλιά, έλεγες. Ανάλογα με την εποχή μεταφέρονται. Είναι λόγια του αέρα, φράσεις- μετανάστες. Φράσεις που ψάχνουν την τύχη του άλλου, κάθε φορά».
ΥΓΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ Σελ. 87

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω... ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ





Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω…

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ


ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΤΟΛΜΟΥΝ ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΙΖΟΥΝ

ΑΓΚΥΡΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΗΘΗΣΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

Το στοίχημα το κέρδισε η τελευταία ρυτίδα
«Εγώ θα κάνω την αρχή».
Είχαν προηγουμένως προσπαθήσει
η μπροστινή τουφίτσα, κρόταφοι,
μαλλιά,
δυο μαύροι κύκλοι στα μάτια
που μασκαρεύτηκαν σοφία,
φακίδες στα χέρια
κι εκείνο το τρέμουλο του χρόνου που
κατρακυλά
στα γόνατα και στη φωνή.

Προφάσεις, αρκετές.
Άλλοτε είναι οι αναμνήσεις
σα νεαρούλης έφηβος που σου λυγάν τα πόδια
κι άλλοτε η γνώση στα χαρτιά
που – καθηγητής γοητευτικός κι
απόψε σε ξενύχτησε.

Το γκρίζο είναι της ηδονής μας οι οδύνες.
Εξάλλου, αυτό σκεπάζεται με της προσποίησης τα πέπλα.

Αλλά με τη ρυτίδα
κανείς δεν ξεγελιέται για την ήττα του.
Ακόμα κι όσοι επιμένουν να γελούν
μέσ’ απ’ τα δάκρυα.

Το στοίχημα
είναι αυτή που, τελικά,
θα το κερδίσει.

Άργησες κάπως
αλλ’ από την αρχή
είχε αυτοπεποίθηση της νίκης.

Τώρα, κερνά
γουλίτσες συγκατάβασης
και ένα μικρούλι φως επίγνωσης
στα θολωμένα μάτια.

Αργείς ν’ αρχίσεις.
Το στοίχημα, όμως, είναι πάντα
αυτή που το κερδίζει.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 1998,
Κοντεύοντας μεσάνυχτα.
Σελ.20-21-22


ΣΑΝ ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Αυτός ο άντρας ήταν σαν κινούμενη άμμος…
Μονάχα σκιά
η σκιά του βλεφάρου σου
Μονάχα άνεμος
ο άνεμος ενός ανυπόστατου έρωτα
αλλά με τη μαγεία
της λανθάνουσα ύπαρξης
του ανεκπλήρωτου και της αμφιβολίας.
Η λανθάνουσα ύπαρξη ήταν
που επαναστάτησε κάποια στιγμή.
Το ανεκπλήρωτο, αυτό που αιμορράγησε.
Και όσο για την αμφιβολία,
ακόμα με σκοτώνει,
κάθε ώρα.

Κυριακή 1η Νοεμβρίου 1998

Σελ.25

Η ΑΒΥΣΣΟΣ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΣΑΝ ΔΙΔΥΜΕΣ

Ξεχάστηκε το δάκρυ
στην άκρη των ματιών
στην άκρη των χειλιών
βγήκε χαμόγελο.

Και ύστερα όλοι απορούσαν
για κείνο το γέλιο που έκλαιγε με λυγμούς
για κείνο το δάκρυ
που όταν κυλούσε
λύτρωνε
πλάτη με πλάτη
η άβυσσος με την αρχή
φτάνει να το πετύχεις το δίχτυ
στην πτώση.

Διότι και το κενό
είναι υφασμένο σαν το πιο πυκνό δίχτυ
σ’ αυτό το σημείο, ακριβώς, την πατάς.

Διότι το «σίγουρο» σε εξαφανίζει
σαν ρουφήχτρα.
Χάνεσαι εσύ κι αναρωτιέσαι
το γιατί

Αφού υπήρξες τόσο προνοητικός.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 1999,
μέρα μεσημέρι.
Σελ.42-43

ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΕΔΩ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ

Το κέρας της αμάλθειας
Το χρυσόμαλλο δέρας
Το σπαθί και το φιλί
Η αγκαλιά σου και το βέλος.
Πρώτα η φωτιά
μετά ο πόνος.
Όπως ακριβώς η αστραπή.
Πρώτα το φως
και ύστερα ο θάνατος.
Εκεί
καταμεσής στον κάμπο
έγινες δέντρο.
Αλλά από μένα
δεν έμεινε τίποτα.
Τίποτα δεν έμεινε.
Είναι που πέρασε από ‘δω ο κεραυνός,
δηλαδή η αγάπη σου.

Κερατέα, Παρασκευή 24 Ιουλίου 1999
Σελ.51

Δεν υπάρχουν σχόλια: