«Θυμάμαι που πολλές φορές περνούσες τη μέρα σου αντιγράφοντας κείμενα που σου χρησίμευαν ως άμφια. Το προτιμούσες αυτό γιατί στη αντιγραφή η προσωπική συμβολή πρακτικώς περιορίζεται στον μόχθο, η συναισθηματική πράξη ανήκει σε άλλον. Έτσι κρατιόσουν σε απόσταση από τα γραπτά σου.... Τέτοιες φράσεις είναι σαν αποδημητικά πουλιά, έλεγες. Ανάλογα με την εποχή μεταφέρονται. Είναι λόγια του αέρα, φράσεις- μετανάστες. Φράσεις που ψάχνουν την τύχη του άλλου, κάθε φορά».
ΥΓΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ Σελ. 87

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

"Μετεβλήθη εντός μου, ο ρυθμός του κόσμου..."



«Μετεβλήθη εντός μου, ο ρυθμός του κόσμου…»

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

ΑΓΚΥΡΑ

«Μετεβλήθη εντός μου,
Ο ρυθμός του κόσμου…»
Γεώργιος Βιζυηνός
Δρομοκαίτειο 1922


«Το σπίτι δεν είναι τόσο μεγάλο», σκέφτηκε.
«Το μεγαλώνει το μισοσκόταδο,
Η ασυμμετρία, οι καθρέφτες,
Τα χρόνια, η άγνοιά μου, η μοναξιά».
Χόρχε Λουί Μπόρχες
«Ο θάνατος και η πυξίδα»

Αλλάζουν τα χρώματα σαν εποχές, αλλάζουν τα χρόνια σ’ αυτήν εδώ την κουζίνα. Και ούτε που το καταλαβαίνεις. Πότε γκριζάρισαν τα μαλλιά ούτε και που το παίρνεις είδηση. Απλά, ξυπνάς κάποιο πρωί και δεν είσαι εσύ αυτή στον καθρέφτη.
Γι’ αυτό το μόνο που τρέμω είναι οι φωτογραφίες.

Οι φωτογραφίες που κάποτε ήταν οι αγαπημένες μου. Τώρα μαραζωμένα τα άλμπουμ και ξεχασμένα μες στο σαλόνι. Σε ράφια και σε συρτάρια. Ακολουθώντας τη μοίρα μου. Ποτέ σε κοινή θέα. Ακόμα και τον χρόνο, σταματημένο τον αντιμετωπίζω μέσα από την κουζίνα. Στο ρολόι αυτό το στρόγγυλο με τον κύκνο, δώρο της θείας μου της Χρυσούλας στον γάμο. Εγώ είμαι ο κύκνος. Που σε αντίθεση με το παραμύθι και με τον μύθο, έγινε ασχημόπαπο.
Ένα ασχημόπαπο που εξακολουθεί να φλερτάρει στο φλιτζάνι με τη Χιονάτη. Γεμάτη τσάι γιασεμιού, σερβιρισμένη σ’ εκείνο τον δίσκο με τα καράβια. Αφού δεν θα φύγω ποτέ για ταξίδια μακρινά, ας πίνω το τσάι μου τουλάχιστον στ’ απλωμένα πανιά τους.
Σελ.31


Και πού δεν σε πάει αλήθεια ένα σύννεφο! Στην αυλή της γιαγιάς. Στο συρματόπλεγμα της μάνας σου. Στις φασκιές των παιδικών σου χρόνων. Διότι εμένα που με βλέπετε με δένανε. Για να μη στραβώσω. Να γίνουν λαμπάδα τα πόδια και τα χέρια μου. Να γίνει λαμπάδα η ζωή μου. Έτσι κάηκα. Έτσι ακριβώς.
Σελ.34


Είχε κι αυτή προδώσει το πεπρωμένο της. Διότι αρκεί η μία και μοναδική φορά. «Ο άνθρωπος που έκλεψε με σκοπό να μη ξανακλέψει άλλη φορά παραμένει κλέφτης. Όποιος προδίδει τις αρχές του έστω και για μία φορά δεν μπορεί ποτέ πια να έχει αγνή σχέση με τη ζωή ούτε με το έργο του». Και δεν είναι επειδή το είπε ο Ταρκόφσκι, είναι πια επειδή το αισθάνομαι: το λέει ο οργανισμός μου.
Κι αυτή εκεί η αγέλαστη φίλη.
Σελ.54


«Αν όχι εμείς, ποιοι; Αν όχι τώρα, πότε;»
Αυτή η φράση σφύριζε στο κεφάλι μου και τίποτα δεν ανέβαλλα για αύριο απ’ τη στιγμή που υπήρχε το τώρα.
Διότι το αύριο μπορεί και να μην έρθει ποτέ, όπως υποστηρίζει η Τόνι Μόρισον στην «Αγαπημένη» της. Το τώρα όμως βρίσκεται εδώ, πάντα.
Σελ. 59


Εμένα μ’ ανακουφίζει το γράψιμο. Όταν στριμώγνομαι πολύ, αντί να κλαίω, γράφω. Εδώ, στο τραπέζι της κουζίνας μ’ αρέσει να γράφω. Αντικρίζοντας τον ουρανό και δίπλα στα λάχανα και στα καρώτα. «αντιγράφω» έλεγε παλιά ο Αλέξανδρος. Και τώρα πως «γράφω τρέλες».
Σελ. 102

«Ό,τι πράττει ένας άνθρωπος είναι σαν να το έπρατταν όλοι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό δεν είναι άδικο κάποια ανυποταγή σε έναν κήπο να μολύνει ολάκερο το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό δεν είναι άδικο η σταύρωση ενός και μόνο Εβραίου να αρκεί για να το σώσει. Ίσως ο Schopenhauer είχε δίκιο: εγώ είμαι οι άλλοι, οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι όλοι οι άνθρωποι, ο Σαίξπηρ, κατά κάποιο τρόπο, είναι ο άθλιος John Vincent Moon».

Ποια απ’ τις δυο μας γράφει αυτό το ποίημα: μ’ εγώ πληθυντικό και ίσκιο ένα.

Στη βορινή κουζίνα. Φορώντας κι οι δυο, την ίδια τσαλακωμένη ροζ πεταλούδας στολή.
Σελ.119


Ε, ύστερα ήρθαν ένα κι ένα κι όλα τα’ άλλα: ρίζα στις ρίζες μου. Λες κι ήταν ποτέ δυνατόν να ξεφύγω από τη μάνα μου. Ρίζα στις εμμονές μου. Λες κι ήταν ποτέ δυνατόν να ξεφύγω από τα πάθη μου. Ρίζα στην αδυναμία και την ανημπόρια μου. Λες κι ήταν ποτέ δυνατόν να ξεφύγω από τον χαρακτήρα μου. Ρίζα στο προδιαγεγραμμένο μου. Λες κι ήταν ποτέ δυνατόν να ξεφύγω από τη μοίρα κι από την ιστορία μου.
Ή μήπως ήταν;
Σελ.142

« Θα ήθελα να θυμούνται όταν με σκέπτονται δυο πράγματα: πως δεν μου άρεσαν ποτέ τα παιχνίδια με σημαδεμένα χαρτιά, η μπλόφα του πόκερ. Και πως δεν δίστασα ποτέ να λερώσω το πουκάμισό μου: διότι πιστεύω ότι η λογοτεχνική σελίδα συχνά έχει ανάγκη από λεκέδες, από λεκέδες σάλτσας, λίπους, αίματος – όπως η ζωή. Δεν πρέπει να είναι αποστειρωμένη. Πρέπει να είναι όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι, με ελαττώματα, που καλό είναι να μην τα κρύβουμε».

Έτσι ακριβώς –σαν του Αντόνιο Ταμπούκι «ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες»- το θέλω κι εγώ το φουστάνι μου: γεμάτο λάδια, αίματα και δάκρυα. Κι αράχνες και σκόνες, όπως ισχυρίζεται η Ελισάβετ. Όσο για την μπλόφα του πόκερ, σε μένα η ζωή ήταν που εμφανίστηκε με σημαδεμένη την τράπουλα. Και δεν γινότανε παρά να την πάθω για τα καλά σαν τον πρωτάρη.
Σελ. 151

Ανάβω φώτα, ραδιόφωνα, τηλεόραση… Να μπουν μέσα στο άδειο σπίτι οι ξένες φωνές. Να μπερδευτούνε κάπως. Εσύ, δεν ήρθες.
Σελ.170

Ο μόνος τρόπος για να βρει κανείς τον εαυτό του, είναι να τον χάσει. Κι εγώ τον έχασα. Άραγε θα τον βρω;
Σελ. 175

Δεν λένε ότι ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας του στρες και ο 21ος της κατάθλιψης; Εγώ τους συμπύκνωσα και τους βίωσα αυτούς τους αιώνες μέσα σε δύο εικοσαετίες.
Κατάθλιψη! Τι περίεργη λέξη!
Κατατονία, Καταλανία, καταγέλαστη, κατεργάρα, κατήφεια. Κακομοιριά. Κι όμως πολλοί λένε ότι την εκδηλώνουν με υπερκινητικότητα. Είναι πιο αξιοπρεπείς από μένα. Με πονηριά.
Πολύ την μασκαρεύουν σε ένα απολύτως φορτωμένο και ελεγχόμενο πρόγραμμα. Εγώ, ούτε γι’ αυτό δεν στάθηκα ικανή.
Βουβή μια ζωή απέναντι στη λύπη, τη στιγμή που άλλοι σκίζουν με κραυγές τον ορίζοντα.
Ακίνητη μια ζωή στης αγωνίας το αγκομαχητό, την ώρα που άλλοι κινούν γη και ουρανό.
Βουλιαγμένη μια ζωή σε κάτι στατικό, βαρύ και παραπονεμένο, τη στιγμή που άλλοι σηκώνουν νέφη με λυγμούς.
Με λυγμούς! Αλήθεια, πόσα χρόνια έχω να κλάψω;
Σελ.176


Το πράγμα πήρε και μπερδεύτηκε όταν ξεκίνησα να διαφημίζω βιβλία. Τόνοι χαρτιού κυριολεκτικά για το καλάθι των αχρήστων. Με σλογκανάκια για τίτλο, αφισούλες για εξώφυλλο κι έκφυλα πάθη που πουλάνε σε σελίδες που διαβάζονται κι από μέση κι από τέλος. Μυθιστορήματα που χτύπησαν ρεκόρ πωλήσεων απ’ τη δική μας επιτυχημένη διαφημιστική συνταγή.
Τα καθαριστικά δεν μ’ αγγίζανε. Οι καφέδες, δεν συντρέχει λόγος. Οι σερβιέτες, όπως και να το κάνουμε, χρειάζονται. Τα ποτά, ξεπλένουν τον καημό μας. Τα προφυλακτικά είναι νόμος.
Αλλ’ αυτές οι σαβούρες που κάνουν το βιβλίο καταναλώσιμο υλικό, με κάνουν κι εμένα να αισθάνομαι εδώδιμο αποικιακό.
Σελ.187


Για να μην οδηγήσω σε πτώχευση τη φίλη μου, σηκώθηκα κι έφυγα. Μου ήταν ασύλληπτο να αντιμετωπίσω με το ίδιο σκεπτικό βιβλίο κι απορρυπαντικό, λογοτεχνία και σερβιέτα. Έτσι σήμερα πίσω από μια διαφήμιση μπορώ να διακρίνω το σαρδόνιο χαμόγελο, τα γυαλιά, ακόμα και το γραφείο εκείνης της μηχανής που χαίρεται αφάνταστα όταν αυτό το σατανικό δευτερόλεπτο συλλαμβάνεται κι εγκαθίσταται στο κεφάλι της.
Και για να μην υποφέρω πολύ, τις αποφεύγω όσο γίνεται τις διαφημίσεις.

Διαφημιζόμενα προϊόντα εγώ δεν αγόρασα ποτέ.
Σελ.189

«Για να γράψεις καλά, όπως είπε κάποιος, πρέπει να ξεχάσεις τη γραμματική».
Για να ζήσεις;

Ούτε τους βασικούς κανόνες δεν κράτησα: αυτοσυντήρηση, επικοινωνία, όνειρο, επιδίωξη… Αρκετούς, εξάλλου, απ’ αυτούς δεν τους διέθετα ποτέ. Σιγά σιγά νεκρώνει και η φαντασία. Ψευδαίσθηση όλα; Ή μία τρομακτική πέτρινη αναγκαιότητα;

Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Σελ. 211


Τον άφηνα, όμως, να έχει την αίσθηση πως με κερδίζει στους πόντους. Ούτε ναι, ούτε όχι. Το ερώτημα του κόσμου δεν το διευκρίνισα. Αισθάνομαι το αίνιγμα αλλά δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη. Έτσι απομένω εγώ ένα ερώτημα που υποβάλλεται αυτόματα κι αθέλητα στον κόσμο. Η άβουλη κόρη της μάνας μου. Η αγαπημένη του πατέρα. Η καταθλιπτική σύζυγος του Αλέξανδρου. Η παράξενη και παράφορη ερωμένη του Μάνου. Η εύελπις σημαιοφόρος του σχολείου. Η καταδικασμένη έγκλειστη της κουζίνας.

Αλλά υπάρχει πάντα ο πίνακας της Ροουζ. Απάντηση σ’ ένα ερώτημα που ούτε καν υποβλήθηκε. Λύση σ’ ένα αίνιγμα που δεν διευκρινίστηκε.
Σε πείσμα του χώρου και του χρόνου.

Μια γυναίκα με κατάθλιψη σ’ ένα παράθυρο. Με λύπη που έγινε κόκκινο. Με μοναξιά που φύτρωσε κυκλάμινα. Με απόγνωση που ταξιδεύει μ’ ένα σύννεφο καμιά φορά τα βράδια ως την άκρη της γης.
Σελ.229

Είμαι περίεργη στο πού θα φτάσω τελικά. Έχει πιο βάθος το βάθος;
Σελ.235

«Το αίνιγμα εμείς
Κι η λύση εμείς πάλι
Μυστήριο της ζωής
Κι απάντηση μεγάλη
Εμείς οι νικητές
Εμείς οι νικημένοι
Κι η Σφίγκα σιωπηλή
Εμάς θα περιμένει».
Σελ. 241

Δεν υπάρχουν σχόλια: