«Θυμάμαι που πολλές φορές περνούσες τη μέρα σου αντιγράφοντας κείμενα που σου χρησίμευαν ως άμφια. Το προτιμούσες αυτό γιατί στη αντιγραφή η προσωπική συμβολή πρακτικώς περιορίζεται στον μόχθο, η συναισθηματική πράξη ανήκει σε άλλον. Έτσι κρατιόσουν σε απόσταση από τα γραπτά σου.... Τέτοιες φράσεις είναι σαν αποδημητικά πουλιά, έλεγες. Ανάλογα με την εποχή μεταφέρονται. Είναι λόγια του αέρα, φράσεις- μετανάστες. Φράσεις που ψάχνουν την τύχη του άλλου, κάθε φορά».
ΥΓΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ Σελ. 87

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

ΥΓΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ - ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ 27






Ο τρόμος να ζεις

«Τι είναι αυπνία;

Η ερώτηση είναι ρητορική την απάντηση την ξέρω πολύ καλά.
Είναι να φοβάσαι και να μετράς περασμένα μεσάνυχτα τα σκληρά και
μοιραία χτυπήματα της καμπάνας, να προσπαθείς με ξόρκια
ανώφελα και να αναπνέεις κανονικά, είναι το φορτίο ενός σώματος
που αλλάζει απότομα πλευρό, είναι ν’ ανοίγεις τα βλέφαρα, είναι
κάτι σαν πυρετός που δεν είναι πραγματική αγρυπνία,
είναι να απαγγέλλεις εδάφια που έχεις διαβάσει εδώ και χρόνια,
είναι να τα βάζεις με τον εαυτό σου που ξαγρυπνά όταν οι άλλοι
κοιμούνται, είναι να θέλεις να βυθιστείς στο όνειρο
και να μην το μπορείς,
είναι ο τρόμος να ζεις και να συνεχίζεις να υπάρχεις,
είναι η ακαθόριστη αυγή»Ί.
Αλλά ναι! Η ερώτηση είναι σίγουρα ρητορική. Την απάντηση την ξέρω πολύ καλά. Έτσι μετράω και θα μετράω πια τη ζωή μου από αυπνία σε αυπνία.
Υπέφερες κι εσύ αυτό το γνωρίζω καλά.
Η Μάνια μετρά όλη τη νύχτα το δωμάτιο βήματα. Κι όταν δεν την χώρα, που ποτέ δεν την χωρά, επεκτείνεται και στον υπόλοιπο χώρο, μετρώντας όλο το σπίτι βήματα. Χαράματα βγαίνει στον κήπο. Σαν το φάντασμα.
Ζωντανεύουν την νύχτα οι εφιάλτες’ αποκτούν σάρκα και οστά. Κι ό,τι έκανες λάθος, γίνεται φίδια.
Η απουσία πλάκα από τσιμέντο και σου πατάει την καρδιά. Ο άλλος που έφυγε, η ανάσα σου που σ’ εγκαταλείπει. Κάτι έκανες λάθος εσύ κι έτσι έμεινες έξω από την Εδέμ. Την ώρα που έτρεξες, έκλεινε ο κήπος.
Σου έκλεισαν την εξώθυρα στα μούτρα σου! Της έλεγε ο Άγγελος και το ‘λεγε βεβαίως για τον εαυτό του.
Εξόριστος! Μήπως κι αυτή; Δεν είναι εξόριστη στην ίδια της την πόλη; Εξόριστη στην ίδια της τη ζωή;

Η κηδεία ορίστηκε για τις τέσσερις στην Μητρόπολη της πόλης. Έχει συναδέλφους, φίλους, ασθενείς, συνεργάτες, θα χρειαστεί μεγάλη εκκλησία, η σύζυγος αποφάσισε.
Είναι η κυρία της γιορτής. Όλο το σπίτι εδώ και τέσσερις μέρες, φωταγωγημένο.
«Άστρα, ψωμί, βιβλιοθήκες, ανατολής και δύσης,
σκακιέρες, τραπουλόχαρτα, στοές, φεγγίτες, υπόγεια,
ένα σαρκίο ανθρώπινο για να βαδίσεις πάνω στη γη,
νύχια που μεγαλώνουν όσο κοιμάσαι, μα κι αφού πεθάνεις,
ίσκιος που χάνεται, εναλλασσόμενοι καθρέφτες που αναπαράγουν,
μια τάση προς τη μουσική, την πιο εύπλαστη απ’ τις μορφές του χρόνου,
σύνορα με τη Βραζιλία και την Ουραγουάη, άλογα, πρωινά,
ένα βαρίδι μπρούτζινο κι ένα αντίτυπο της Σάγκας του Γκρέτιρ,
άλγεβρα και φωτιά, η επέλαση του Χουνίν μες στο αίμα σου,
ο έρωτας, η προσμονή του έρωτα κι ανυπόφορες αναμνήσεις,
το όνειρο, σαν τον θαμμένο θησαυρό, η γενναιόδωρη τύχη
κι η μνήμη, που την αντικρίζεις και ζαλίζεσαι,
όλα αυτά σου δόθηκαν, κι ακόμη
η παμπάλαιη τροφή των ηρώων: ήττα, υποκρισία και ταπείνωση.
Άδικα σπαταλήσαμε για το χατίρι σου το ωκεανό,
άδικα πήγε ο ήλιος, που κοίταξε με το εκστατικό του βλέμμα ο Ούτμαν,
τα χρόνια σου τα ξόδεψες κι αυτά σ’ έχουνε πάλι φθείρει,
μα εσύ, ακόμα να γράψεις το ποίημα».
Πώς δεν το σκέφτηκα! Πετάγεται. Μια έμμονη ιδέα ζουζουνίζει στο κεφάλι της σαν μύγα.
Ο υπογραμμισμένος «Ματθαίος ΚΕ’ 30» και το σκάκι του!
Δεν θα ‘ναι μήνας που της έστειλε το δώρο! Όταν χτύπησε ο ταχυδρόμος την πόρτα της ξαφνιάστηκε «σα ρολόι που στ’ όνειρο καταργεί τον κανόνα», «σαν πουλί που μες στον ύπνο του ανασαίνει».
Άσπρο χαρτί, γκοφρέ και με κορδέλα μωβ. Μπα, σκέφτηκε, ποιος με θυμήθηκε. Και μέσα στο πακέτο ένα παμπάλαιο φιλτισένιο σκάκι. «Για να προσέχεις τη βασίλισσα» στην κάρτα του. Κι ύστερα, κάτω από την υπογραφή «Άγγελος» με μικρά – μικρά καφέ γραμματάκια
«ο κύβος ερρίφθη όμως
και το παιχνίδι το ‘χασα».
Νεκρό θα έχει πάλι, σκέφτηκε κάποιος θα του πέθανε.
Ποτέ του δεν θα εξοικειωθεί με τον θάνατο ο Άγγελος.

Κόκκινα τριαντάφυλλα, επέμενε. Στο γραφείο τελετών ο κύριος, όμως, επέμενε κι εκείνος. «Να του πάτε μπουκετάκι, κυρία μου! Σ’ αυτές τις περιστάσεις μόνον λευκά. Διαλέξτε! Τριαντάφυλλα ή γαρύφαλα». Του είπα τριαντάφυλλα, μπουμπούκια. Και πάνω τους να γράψουν με γράμματα «καλό ταξίδι».
«Ένα χρώμα είναι τα γράμματα, κυρία μου. Θα γράψουμε και τα δικά σας όπως θα γράψουμε των άλλων».
Έστειλε και το πρώτο δημοσίευμα. «Έλα μου! Δόξα τω Θεώ! Κι είπα τι έχει πάθει» ο αρχισυντάκτης.
«Τον γνώριζα, τον πόνεσα».
«Ένας ακόμα λόγος να τον θάψεις».
Έτσι ξεκίνησα: «Έφυγε προχθές το βράδυ ο συντοπίτης μας Άγγελος Κομνηνός αφήνοντας πίσω του πάμπολλες ερμηνείες.
Σα διφορούμενο αίνιγμα.
Ένας αποχαιρετισμός σαν τη ζωή ολότελα ανοιχτός στο ενδεχόμενο».
Εξάλλου, ο ιατροδικαστής της τόπε καθαρά. «Μάνια, θα ξεσπάσει σάλος, μην το γράψεις! Αλλά δεν είμαι σίγουρος πως είναι ο Άγγελος! Γι’ αυτό τον άντρα δεν μπορώ με σιγουριά να βεβαιώσω τίποτα και κανένα. Από σεβασμό στους οικείους, το θέμα το ‘κλεισα». Για μένα, όμως, υπάρχει και θα υπάρχει και θα με βασανίζει.
Ακόμα ένας στον χορό των άυπνων, σκέφτηκε.
Ακόμα ένας που θα ξαγρυπνά όταν οι άλλοι κοιμούνται. Που θα ΄ναι υποχρεωμένος να ζει και να συνεχίσει να ζει με τον τρόμο μιας ακαθόριστης αυγής.
Με την παρηγοριά του Μπόρχες και τον γρίφο της παρτίδας που παίχτηκε αφού ο κύβος ερρίφθη ξεχωρίζει τα ρούχα του πένθους: ένα μαύρο ταγιέρ σαν το σκότος της μήτρας ή σαν τα έγκατα της γης.
Να το ξασπρίσω λίγο, να μη μοιάζω και με την χήρα, σκέφτεται. Ο πόνος, άλλωστε, θα πρέπει να μη ξοδεύεται στα ξένα μάτια, θα πρέπει να ‘ναι μυστικός.
Κι η Μάνια πρέπει να προστατεύσει τις αναμνήσεις.
Σελ. 155-159

Δεν υπάρχουν σχόλια: